Αικατερίνη Φραγκάκη: Η αγόρευση της εισαγγελέως στην υπόθεση Τοπαλούδη και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ

Η αγόρευση της εισαγγελέως στη δίκη για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη για την πλειοψηφία των Ελλήνων ήταν συγκλονιστική και προκάλεσε κάθαρση, όπως θα λέγαμε με τους όρους της αρχαίας τραγωδίας. Ειδικά οι γυναίκες που έλαβαν γνώση της αγόρευσης αυτής ένιωσαν ότι η εισαγγελέας κάλυψε όλα εκείνα τα ζητήματα που θα ήθελαν και οι ίδιες να πουν στους κατηγορουμένους και για αυτό αισθάνθηκαν δικαιωμένες από όσα ακούστηκαν από την εισαγγελική έδρα.

Μια φράση όμως της εισαγγελέως αποτέλεσε τον λόγο για έντονες αντιδράσεις από τους συνηγόρους υπεράσπισης, καθώς και από άλλους δικηγόρους, οι οποίοι θεώρησαν ότι μίλησε υποτιμητικά για τον υπερασπιστικό ρόλο των δικηγόρων και ξεκίνησεστα κοινωνικά δίκτυα έντονος διάλογος για το συγκεκριμένο ζήτημα. Σε μια αποστροφή στην αγόρευση της, η Εισαγγελέας ανέφερε:: «Από τη στιγμή που οι συνήγοροι μπαίνουν στην υπόθεση αρχίζουν τα ψέματα, τα σενάρια για τη συσκότιση της αλήθειας». Ζητήθηκε λοιπόν από τον Πρόεδρο της Ολομέλειας των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος να κινηθεί άμεσα σε βάρος της η προβλεπόμενη, κατά νόμο, πειθαρχική διαδικασία. Την επόμενη ημέρα η εισαγγελέας στη δευτερολογία της επεσήμανε ότι σέβεται τους δικηγόρους και τους θεωρεί συλλειτουργούς της δικαιοσύνης.

Το θέμα αυτό ακόμα απασχολεί τους δικηγόρους, οι οποίοι έχουν χωριστεί σε στρατόπεδα σε αυτούς που θεωρούν ότι η εισαγγελέας πρόσβαλεβάναυσα το δικηγόρο υπερασπιστή και τον ρόλο του στην απονομή δίκαιης δίκης, αλλά και σε αυτούς που θεώρησαν ότι η εισαγγελέας αναφερόταν αποκλειστικά στους συγκεκριμένους υπερασπιστές των κατηγορουμένων, οι οποίοι στην προσπάθεια να αθωώσουν τους κατηγορουμένους, ξεπέρασαν τα όρια και βεβήλωσαν την μνήμη του θύματος. Ταυτόχρονα κάποιοι δικηγόροι δεν πήραν θέση ούτε υπέρ της εισαγγελέως, αλλά ούτε εναντίον της, αλλά άσκησαν δριμεία κριτική για την παρέμβαση μέλους του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ο οποίος εξέφρασε τις αντιδράσεις του για τα λεγόμενα της εισαγγελέως επιδεικνύοντας την ανακοίνωση του προέδρου του ΔΣΑ, με αποτέλεσμα να διακοπεί η δίκη και η εισαγγελέας να δηλώσει αποχή από την δίκη.

Το θέμα αυτό που ακόμα απασχολεί την δικηγορική κοινότητα υπήρξε η αφορμή για μία συζήτηση σχετικά με το εάν μια τέτοια αγόρευση, η οποία είναι τόσο συναισθηματική και καταδικαστική, αλλά και οργισμένη κατά των κατηγορουμένων μπορεί να παραβιάζει το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη. Επίσης λόγος γίνεται για το άρθρο 332 ΚΠΔ το οποίο αναφέρει ότι αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μεταχειρίζονται τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δίκη κατά τρόπο αμερόληπτο, ευπρεπή, απαθή και ψύχραιμο, διαπράττουν βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα.

Το ΕΔΔΑ σύμφωνα με τη νομολογία του, κατά την εξέταση καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1, πρέπει ουσιαστικά να καθορίσει εάν η ποινική διαδικασία ήταν γενικά δίκαιη.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ 1 Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία, η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθή εις τον τύπον και το κοινόν καθ’ όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή εν τω κρινομένω υπό του Δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίου μέτρω, όταν υπό ειδικάςσυνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψη τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.

2. Παν πρόσωπονκατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του.

3. Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα:

α. όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας.

β. όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του.

γ. όπως υπερασπίση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισίν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν η δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσησυνήγορον, να τω παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης.

δ. να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας.

ε. να τύχη δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί την χρησιμοποιουμένην εις το δικαστήριον γλώσσαν.

Γίνεται σαφές ότι το εν λόγω άρθρο περικλείει πολλές διαφορετικές εκφάνσεις του δικαιώματος σε Δίκαιη Δίκη. Περιλαμβάνει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να εξετάσει -νομικά και ουσιαστικά- την κρινόμενη διαφορά. Άλλες θεμελιώδεις εγγυήσεις είναι αυτές του ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που λειτουργεί νόμιμα. Σημαντική κρίνεται και η αρχή της δημοσιότητας της δίκης για ενημέρωση του κοινού και ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο δικαστικό σύστημα. Μεγάλη βαρύτητα δίνει το ΕΔΔΑ στις αρχές της ισοπλίας , της αντιδικίας, της νομιμότητας των αποδεικτικών μέσων, της αιτιολόγησης των αποφάσεων. Όλα τα παραπάνω συντελούν στην συγκρότηση του δίκαιου χαρακτήρα της δίκης.

Το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ποινικών διαδικασιών που σχετίζονται με σεξουαλικά αδικήματα. Αυτό το είδος της διαδικασίας συχνά βιώνεται ως μια δοκιμασία από το θύμα, ειδικά όταν έχει να αντιμετωπίσει παρά τη θέλησή του τον κατηγορούμενο. Κατά τον προσδιορισμό εάν ο κατηγορούμενος έχει ωφεληθεί ή όχι από δίκαιη δίκη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το δικαίωμα του υποτιθέμενου θύματος για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι σε ποινικές διαδικασίες που σχετίζονται με σεξουαλική κακοποίηση, λαμβάνονται ορισμένα μέτρα για την προστασία του θύματος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα μέτρα μπορούν να συμβιβαστούν με την κατάλληλη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Το θέμα που εξετάζει το ΕΔΔΑ είναι κατά τη διαδικασία να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων.

Η νομική άποψη μου είναι ότι δεν υφίσταται ζήτημα ακύρωσης, καθότι ο εισαγγελέας δεν είναι διάδικος, είναι δικαστικός λειτουργός, αντικειμενικός, αμερόληπτος και ελεύθερος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, που επικουρεί τον δικαστή στην αναζήτηση της αλήθειας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι σύνηθες οι εισαγγελείς σε ειδεχθή εγκλήματα πολλές φορές να υιοθετούν ιδιαιτέρως βαρύ και αυστηρό ύφος, αντίστοιχο με τη φρίκη του εγκλήματος, με αποτέλεσμα ο λόγος τους να είναι πολύ αιχμηρός και σκληρός και να ταυτίζεται με κάποιο από τα διάδικα μέρη.

Από τη διαδικασία προέκυψε οτι δεν υπήρξε άρνηση στους κατηγορουμένουςνα απαντήσουν στο κατηγορητήριο, ή στις αιτιάσεις της εισαγγελέως, αντιθέτως η εισαγγελέας έκανε μια εκτενέστατη αναφορά σε όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και δόθηκε από το δικαστήριο ο λόγος και απαραίτητος χρόνος για την υπεράσπιση των κατηγορουμένων να αντικρούσει την πρόταση της. Η αρχή της ισότητας των όπλων είναι αυτή που το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη και όχι το ύφος του εισαγγελέα.

Στην υπόθεση αυτή υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να μπορέσει το δικαστήριο να φτάσει σε μια δίκαιη κρίση. Η εισαγγελέας στην αγόρευση της αναφέρθηκε εκτενώς σε όλα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τόσο την αντικειμενική αλλά και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, χωρίς να αφήσει ακάλυπτα σημεία που δεν αιτιολόγησε επαρκώς. Τηρήθηκε η αρχή της ισότητας των όπλων , οι συνήγοροι της υπεράσπισης όπως πρέπει να συμβεί στην εκδίκαση ποινικής υπόθεσης είχαν τη δυνατότητα να αναφερθούν εκτενώς στους ισχυρισμούς τους, να χρησιμοποιήσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα τους, να αντικρούσουν την πρόταση της εισαγγελέως, δεν υπήρξε άρνηση στους κατηγορουμένους να απαντήσουν σε κάποιον ισχυρισμό ή στις αιτιάσεις κάποιου παράγοντα της δίκης , αντιθέτως ήταν μια πολυτελής δίκη από άποψης διαδικασίας όπως άλλωστε ορίζει ο Κώδικας Ποινικής Διαδικασίας. Ως εκ τούτου το ύφος της αγόρευσης της εισαγγελέως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να ακυρώσει τη διαδικασία, ούτε μπορεί να αποδειχθεί μεροληψία για ένα τόσο ξεκάθαρο έγκλημα με πλούσια στοιχεία που το στοιχειοθετούν.

Πηγή: www.dikastiko.gr

Share |